απολογία του κομμουνιστή Αλβανού Ακίνδυνου, ηγετικού στελέχους της Ο.Π.Λ.Α.

απολογία του κομμουνιστή Αλβανού Ακίνδυνου, ηγετικού στελέχους της Ο.Π.Λ.Α. Θεσσαλονίκης, στο έκτακτο Στρατοδικείο. Ο Αλβανός Ακίνδυνος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 17 Οκτωβρίου 1947 στις 6.40 πίσω απ’ τις φυλακές Επταπυργίου. Συνολικά καταδικάστηκαν τότε 52 από τους κατηγορούμενους σε θάνατο, από τους οποίους οι 47 εκτελέστηκαν πίσω από τις φυλακές Γεντί Κουλέ.

Η απολογία είναι παρμένη από το βιβλίο του Τ. Α. Κατσαρού: «Μια απόφαση, να μάχομαι μέχρι το τέλος. Στενή αυτοάμυνα Ο.Π.Λ.Α. 1946-47″, Καβάλα 2003.

Πρόεδρος: «Κατηγορούμενε, γνωρίζεις την κατηγορία σου. Τι απολογείσαι;»

Κατηγορούμενος: «Είμαι από το χωριό Αγία Παρασκευή Μυτιλήνης. Το 1932 οργανώθηκα στο ΚΚΕ γιατί είναι κόμμα της εργατικής τάξης. Είμαι εργάτης και συλλογικά ανήκω σ’ αυτό. Από τότε που οργανώθηκα στο κόμμα, με την καθοδήγησή του, πάλεψα για την εξυπηρέτηση του εργαζόμενου λαού και για ζητήματα του χωριού, κυρίως για τους ακτήμονες. Σαν πρόεδρος του Συνεταιρισμού ακτημόνων, πάλεψα να πάρω τα τσιφλίκια, τα ανταλλάξιμα. Η δουλειά μου αυτή χαρακτηρίστηκε αναρχική και εκτοπίστηκα ένα χρόνο στη Σύκινο. Πάλεψα επίσης ενάντια στους φόρους και τους φοροεισπράκτορες που έρχονται και πανικοβάλουν τον κόσμο. Παλέψαμε για την αναστολή των ενταλμάτων, για να τα πληρώσουν οι αγρότες όταν θα έχουν συγκομιδή.

Η αναστολή πέτυχε, αλλά εγώ φυλακίστηκα επτά μήνες για αντίσταση κατά της αρχής. Οι δυο φυλακίσεις μου δεν προήλθαν από την προσπάθειά μου να ευνοήσω το άτομό μου, αλλά γιατί πάλευα για την καλυτέρευση της ζωής της τάξης που υπηρετεί το συμφέρον του λαού, γιατί έτσι θα βελτίωνα και το ατομικό μου συμφέρον.

Την 4η Αυγούστου περνώ όλα τα βασανιστήρια της Ασφάλειας και κλείνομαι στο κάτεργο της Ακροναυπλίας, στην Ελληνική Βαστίλη. Με έκλεισαν μέσα επ’ άριστον, έως ότου κάνω δήλωση. Κάθισα επτά χρόνια. Δεν αναγνώρισα την κυβέρνηση. Δεν αποκήρυξα τον κομμουνισμό, γιατί πίστευα και πιστεύω ότι μονάχα μ’ αυτόν θα ζήσει ο λαός την καλυτέρευση της ζωής που περιμένει. Μέσα στην Ακροναυπλία ήμασταν αρκετοί κομμουνιστές, περίπου χίλιοι. Όμως, απ’ όσους πέρασαν, μόνο εξακόσιοι επιβίωσαν. Οι άλλοι πέθαναν από φυματίωση και άλλες αρρώστιες.

Όταν μας χτύπησε ο Ιταλικός φασισμός, και εισέβαλαν στην πατρίδα μας, ζητήσαμε από την κυβέρνηση να μας βγάλει για να πολεμήσουμε. Κάναμε υπόμνημα όλοι οι φυλακισμένοι γι’ αυτό το σκοπό. Αντί γι’ αυτό, ενίσχυσαν τη φρουρά και μας φύλαγαν ακόμη πιο σίγουρα.

Στο μέτωπο πολέμησαν δυο αδέλφια μου. Ο ένας σκοτώθηκε.

Εδώ πρέπει να τονίσω και το ανοιχτό γράμμα του αρχηγού Νίκου Ζαχαριάδη, που καλούσε τον ελληνικό λαίο, τους κομμουνιστές και κάθε σπίτι, να γίνει φρούριο για να διώξουν τον εισβολέα. Και αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τους κομμουνιστές. Αναγνωρίσαμε την κυβέρνηση, παρόλο που μας είχε μέσα. Θέλαμε να πολεμήσουμε για την πατρίδα. Αυτό το τονίζω, γιατί δείχνει τον πατριωτισμό των κομμουνιστών και για να δείξω ότι δεν ήμασταν όπως θέλουν να μας χαρακτηρίζουν.

Η φρουρά έρχεται σε επαφή με τους πρώτους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που ήρθαν, με σκοπό να μας παραδίνει έναν-έναν. Μας φύλαγαν χωροφύλακες, παρά τους βομβαρδισμούς που γίνονταν στο λιμάνι. Οι βομβαρδισμοί ήταν συχνοί επειδή έφευγαν από κει τα Αγγλικά πλοία. Παρέδωσαν στους Γερμανούς δυο χιλιάδες κομμουνιστές στις φυλακές, στα ξερονήσια και στα στρατόπεδα και τον αρχηγό μας, Νίκο Ζαχαριάδη, από την Ασφάλεια. Όταν ήρθαν και άλλα στρατεύματα και οι Ιταλοί οχύρωσαν το μέρος, επειδή ήταν λιμάνι και για να μην κάνουν αποβίβαση οι Εγγλέζοι, διέλυσαν το στρατόπεδο κι εμάς, που ήμασταν μέσα στα οχυρά, μας έστειλαν όλους σε άλλα στρατόπεδα. Μάλιστα έβγαλαν άτομα από τα στρατόπεδα και τα τουφέκισαν, γιατί έγιναν σαμποτάζ από το ΕΑΜ σε ένα εργοστάσιο.

Εμένα μαζί με άλλους μας μετέφεραν στη «Σωτηρία», σε ένα ξεχωριστό μέρος που είχαν κάνει σαν φυλακή και μας φύλαγαν εκεί. Δε βγαίναμε καθόλου. Αυτή η δουλειά γίνεται το 1943. Κάθισα εκεί δυο μήνες και με τη βοήθεια του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Αθηνών, δραπετεύσαμε και φύγαμε, καθείς για εκεί που τον καλούσε το καθήκον.

Εγώ μαζί με άλλους, τράβηξα για τη Μακεδονία και ανέβηκα στην ελεύθερη Ελλάδα. Οργάνωσα το νοσοκομείο ανταρτών στο χωριό Αβδέλλες και από κει πέρασα στη Βέροια, στο Γιδά, στη Νάουσα, κλπ.

Εδώ πρέπει να τονίσω πως σ’ αυτή την περίοδο, με την εισβολή των κατακτητών, παρουσιάζεται κατάσταση πανικού και ο λαός δεν ξέρει από ποιον να ζητήσει συμβολή, τι πρέπει να κάνει. Η κυβέρνηση με το βασιλιά και την ακολουθία της, τραβάνε για το Κάιρο. Άλλοι πλουτοκράτες κοιτάνε να γλιτώσουν. Άλλη μερίδα έχει μια παθητικότητα και δίνει μια απογοήτευση στο λαό. Άλλη μερίδα είναι φασιστική, όπως η 5η φάλαγγα που πρόδωσε και το στρατό».

Πρόεδρος: «Να περιοριστείς στις κατηγορίες σου. Αυτά δεν ενδιαφέρουν την υπόθεση».

Κατηγορούμενος: «Εννοώ τον Τσολάκογλου. Η κατάσταση εξελίσσεται έτσι, ώστε οι κομμουνιστές και τα άλλα μικρά κόμματα, που αποτελούνται από γνήσιους πατριώτες, να δίνουν θάρρος στο λαό, για την επίθεση και την απελευθέρωση του τόπου. Έχουμε ένα σωρό αγώνες να απαριθμήσουμε.

Εδώ, δυστυχώς, όταν ακούσουν ότι κάποιος είναι ΕΑΜίτης, φτάνει για να τον χαρακτηρίσουν δεν ξέρω κι εγώ πως. Και από τους συγκατηγορούμενούς μου, παρατήρησα ότι ντρέπονται και φοβούνται να το πουν. Το ΕΑΜ δεν ήταν κόμμα. Ήταν εθνικός συνασπισμός. Και συγκέντρωνε κόσμο από όλα τα στρώματα του λαού, από τον εργάτη, αγρότη, βιοτέχνη, επιστήμονα, μέχρι τον κληρικό. Και είδαμε στο Εθνικό Συμβούλιο πως αντιπροσωπευόταν.

Εκτός από το ΕΑΜ, υπήρχε και το μαχητικό μέρος του, ο ΕΛΑΣ. Εδώ κατηγορήθηκε ο ΕΛΑΣ ότι δεν πολέμησε, αλλά ότι έριξε μόνο μερικές πιστολιές. Αυτό είναι ντροπή για το κίνημα Εθνικής Αντίστασης της Ελλάδας, που φημίζεται στο εξωτερικό».

Πρόεδρος: «Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κατηγορία σου;»

Κατηγορούμεμνος: «Παρέλειψα να απαντήσω στο μάρτυρα Σκουλαρίκη και να του πω ότι η κυβέρνηση, φεύγοντας από δω, είχε δώσει εντολή να κρύψουν τους φακέλους των κομμουνιστών. Όχι μόνο δεν έγινε αυτό, αλλά επιπλέον τους παρέδωσαν στους Γερμανούς και εδώ έχουν τη φωτογραφία μου στην Ασφάλεια. Το 1943 έρχομαι στη Μακεδονία. Ο κάμπος του Γιδά ήταν η μόνη περιφέρεια που είχε απ’ όλες τις παρατάξεις. Και όλα τα στρατεύματα των κατακτητών περνούσαν από κει, όταν έπρεπε να κινηθούν στα μετόπισθεν. Δεν είναι μικρό πράγμα ότι η περιφέρεια της Βέροιας βαστά όλη τη Μακεδονία. Και όπως τη βαστά, μπορεί να αντιμετωπίσει όποιον περάσει και όποιον θέλει να τραβήξει παραπέρα. Γι’ αυτό και η περιφέρεια είχε μεγάλη σημασία. Σ’ αυτήν πήγα κι εγώ. Θα σας πω τη δράση μου εκεί.

Στην Κρύα Βρύση ήταν ο Πούλος, ο οποίος εξορμούσε σ’ όλο τον κάμπο και λεηλατούσε τα πάντα. Ήταν και ο Μιχάλ-Αγάς που έκανε το ίδιο. Ήταν από την άλλη μεριά και ο Κισσά –Μπαζάκ, που έκανε την ίδια δουλειά, όπως η Π.Α.Ο, που διαλύθηκε.

Ειδικότερα για τους κομμουνιστές έχει μιλήσει ο ίδιος ο Τσόρτσιλ. Μίλησε για το ελληνικό μικρό, πατριωτικό κομμουνιστικό κόμμα. Φυσικά, τώρα το αρνούνται. Παρουσιάζουν τα πράγματα όποτε θέλουν έτσι και όποτε θέλουν αλλιώς. Όπως τον ΕΛΑΣ, ο οποίος πήρε συγχαρητήρια από το αρχηγείο της Μέσης Ανατολής και έδωσε ένα σωρό μάχες με τους Γερμανούς. Στο τέλος είπαν ότι έγινε κομματικός αγώνας. Μετά την απελευθέρωση δε θα πούμε για την Εθνική Κυβέρνηση».

Πρόεδρος: «Αυτά δε μας ενδιαφέρουν».

Κατηγορούμενος: «Ωστόσο πρέπει να ξέρετε ότι φαγώθηκαν όλα τα ψώνια στο Λίβανο και κατέβηκε η αντιπροσωπεία της ΠΕΑ που έκανε το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης και τα υπουργεία περιορίστηκαν σε επτά μόνο. Παρ’ όλα αυτά, εμείς, με τον πατριωτισμό μας, που δε θέλαμε να γίνει εμφύλιος πόλεμος, δεχτήκαμε με επτά υπουργεία να γίνει Εθνική Κυβέρνηση, για να περάσουμε ομαλά στην πολιτική ζωή, χωρίς αιματοχυσία. Είναι γνωστά τα γεγονότα του Δεκέμβρη. Δεν ήμασταν εμείς που τα προκαλέσαμε».

Πρόεδρος: «Κάνεις απολογία δική σου ή του ΕΑΜ;»

Κατηγορούμενος: «Είπατε πολλές περικοκλάδες, γι’ αυτό απαντώ. Η κατηγορία προέρχεται ύστερα από μια κατάσταση που δημιουργήθηκε και θα πρέπει να την αναλύσω».

Πρόεδρος: «Δεν χρειάζεται ανάλυση. Τα είπε ο Παπαγεωργίου».

Κατηγορούμενος: «Ο Παπαγεωργίου τα είπε για τον εαυτό του. Εγώ δυο λόγια θα πω για το ζήτημα της μεταδεκεμβριανής κατάστασης.

Από τους ΕΛΑΣίτες και τους ΕΑΜίτες είχαμε μέχρι τις εκλογές 1.500 σκοτωμένους, από κρατικά και παρακρατικά όργανα, δέκα επτά χιλιάδες (17.000) φυλακισμένους και κάπου εκατό χιλιάδες σκόρπιους εδώ κι εκεί. Κι όλα αυτά ενώ η Βάρκιζα έλεγε ότι θα κατέβουμε σε πολιτικό αγώνα και ότι δεν έπρεπε να χτυπιόμαστε εδώ. Αυτό όμως δεν έγινε. Οι κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε άλλο, παρά να κατευθύνουν την κατάσταση πιο αποφασιστικά για να χτυπήσουν την αριστερά. Μέχρι τότε άφηναν τις συμμορίες να δρουν ανενόχλητες. Έγιναν νόθες εκλογές…».

Πρόεδρος: «Ψήφισε το 5% και απείχε το 95%. Τα ξέρουμε όλα αυτά».

Κατηγορούμενος: «Και από τότε άρχισαν να χρησιμοποιούν καινούργια μέσα και αναρχίες και έφτασαν μέχρι τα στρατοδικεία. Φυσικά υπήρχε και η τρομοκρατία. Τα κρατικά όργανα άρχισαν ξυλοδαρμούς, ακόμα και λυντζάρισμα. Εδώ στη Θεσσαλονίκη, όπως ανέφερε με όλη του την ειλικρίνεια κάποιος συγκατηγορούμενός μου από ένα χωριό, το Χαρμάνκιοϊ (Κορδελιό), κατέβαιναν οι τραμπούκοι και τους έκαναν πολλά. Δε ρώτησες, όμως κύριε πρόεδρε. Τι έκανε σ’ αυτούς η αρχή; Τους τιμώρησε; Από εδώ βγαίνει ότι έπρεπε ο λαός να αμυνθεί απ’ τα εγκληματικά μέτρα που έπαιρναν τα κρατικά και τα παρακρατικά όργανα. Εμείς, επειδή στη Βάρκιζα είχαμε υπογράψει να μην κατέβουμε σε ένοπλο αγώνα, απαγορεύσαμε σε όλους να πιάσουν όπλα. Σαν παράδειγμα σας αναφέρω τον Βελουχιώτη. Τον είχε αποκηρύξει το κόμμα γιατί δε δέχτηκε τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Επομένως, ο λαός έπρεπε να υπερασπίσει τον εαυτό του με το μαζικό του όγκο. Έγινε ζήτημα να χτυπηθούν οπωσδήποτε οι τραμπούκοι με τα μέσα αυτά. Έπρεπε να αυτοαμυνθεί ο λαός.

Εδώ στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε η πλατειά ή Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, που είχε δυο σκοπούς. Ο Ένας ήταν να διαφωτιστεί ο κόσμος για το πως να αμυνθεί και ο άλλος, να ορμήσουν με ξύλα και με πέτρες να χτυπήσουν τους τραμπούκους. Η οργάνωση δεν είχε στρατό. Κάθε σπίτι, κάθε συνοικία, κάθε τετράγωνο, θα έπρεπε να αμυνθεί. Και αυτή τη δουλειά την ανέλαβα εγώ.

Παρέλειψα ένα βασικό στοιχείο, πως μετά το Δεκέμβρη βρέθηκα εδώ.

Όπως ανέφερα, χιλιάδες αγωνιστές μπήκαν στις φυλακές. Έτσι κι εγώ κλείστηκα στη φυλακή σαν ηθικός αυτουργός δυο φόνων και σαν συνεργάτης των Γερμανών. Με την αποσυμφόρηση, τον Φεβρουάριο το 1946, βγήκα από τη φυλακή. Αλλά είχα αρχίσει να σκέφτομαι πριν ακόμη βγω, που έπρεπε να τραβήξω.

Όταν βγήκα, η δουλειά ήταν οργανωμένη. Ήθελαν να με δολοφονήσουν. Το αντιλήφθηκα και δε πήγα σπίτι μου. Κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν λάθος, όμως. Έρεπε να πάω στο βουνό.

Στη Θεσσαλονίκη, φυσικά, ήμουν ανοργάνωτος. Ήμουν ασύνδετος και δεν μπορούσα να προσφέρω τίποτα. Εδώ δεν ήξερα και πολλά πράγματα. Ούτε καν την ίδια την πόλη. Ευτυχώς, είχα κάνα δυο συγγενείς και μέσω αυτών, μπόρεσα να τακτοποιηθώ. Έμαθα που είναι τα γραφεία και κατέβηκα και συνάντησα ένα σωρό γνωστούς. Τους είπα ότι βγήκα από τη φυλακή και ότι σκεφτόμουν τι έπρεπε να κάνω.

Εδώ η οργάνωση δε δέχτηκε να με χρησιμοποιήσει και με άφησε να σκεφτώ αν θα ενεργήσω μόνος. Είχα όμως τη γυναίκα μου στη Βέροια και έπρεπε να την ασφαλίσω. Γι’ αυτό φρόντισα να την κατεβάσω στη Θεσσαλονίκη. Αλλά κι εδώ με έψαχναν για να με δολοφονήσουν.

Τον Μάιο με Ιούνιο του 1946 ανταμώνω με κάποιον που τον ακούω εδώ ως Αλέκο. Τον γνώρισα μέσω του Κικίτσα στη Βέροια και τον ήξερα με το παρατσούκλι «Χονδρό». Του λεω ότι βγήκα από τη φυλακή και ότι έπρεπε να σκεφτώ τι θα γίνει. Αυτός ήταν οργανωμένος στρατιωτικά, ΕΑΜικά, δεν ξέρω πως και μου ζήτησε τη διεύθυνση όπου έμεινα. Ήρθε και με συνάντησε.

Στη δεύτερη συνάντηση είναι που κάναμε ολόκληρη ανασκόπηση της κατάστασης, για το που τραβάμε και το που πρέπει να πάμε. Εγώ φυσικά, δεν ήθελα να φύγω και να κρυφτώ από φόβο. Στο λίγο διάστημα που ήμουνα στη Θεσσαλονίκη, είδα να σκίζονται εφημερίδες, να δέρνονται εφημεριδοπώλες, να σκοτώνονται τυπογράφοι, να δολοφονείται ο Ζεύγος. Δεν ήθελα να φύγω. Γι’ αυτό προτίμησα να μείνω στη Θεσσαλονίκη και να οργανώσω το λαό για να κρατήσει τις ελευθερίες του.

Αυτή η Λαϊκή Μαζική Αυτοάμυνα κράτησε μέχρι τότε που δημιουργήθηκαν οι επιτροπές ασφαλείας και τα στρατοδικεία. Δεν ήταν δυνατόν μ’ αυτά τα μέσα, να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, γιατί όπως είπαν οι συγκατηγορούμενοί μου, εκείνοι έρχονταν με τα όπλα και εμείς δεν μπορούσαμε να τους αντιμετωπίσουμε.

Έτσι συζητήσαμε με τον Αλέκο και καταλήξαμε ότι η κατάσταση δεν πάει καλά. Δεν μπορούμε να κατεβάζουμε τον κόσμο άοπλο να αντιμετωπίζει τους Βενίτες. Δεν μπορούμε να φυλάξουμε τα γραφεία. Πρέπει να δούμε τι θα γίνει.

Εγώ είχα τη γνώμη, γιατί οι δυο μας κάναμε τι δουλειά, ότι δεν μπορεί η Θεσσαλονίκη να περιφρουρηθεί χωρίς οργανωμένη δύναμη, η οποία θα χρησιμοποιούσε τα ίδια μέσα μ’ αυτούς και ότι αυτά δεν μπορεί να είναι άλλα, παρά ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού. Γι’ αυτό θα έπρεπε να ζητήσουμε τη γνώμη του Δημοκρατικού Γενικού Αρχηγείου.

Ο Αλέκος που είχε επαφές με τον Κικίτσα, ήρθε σε επαφή μαζί του και ζήτησε τη γνώμη του. Η γνώμη του ήταν ότι δεν ήταν σε θέση ο στρατός να περιφρουρήσει το λαό της Θεσσαλονίκης».

Πρόεδρος: «Ευτυχώς».

Κατηγορούμενος: «Αλλά και τις άλλες πόλεις δεν μπορούσαμε να περιφρουρήσουμε. Γι’ αυτό, η Θεσσαλονίκη έπρεπε να βρει τρόπο να οργανώσει τμήματα από μέσα.

Είχα αναλάβει τη μαζική αυτοάμυνα με τρία-τέσσερα πρόσωπα. Πηγαίναμε στις συνοικίες και κάναμε διαφώτιση. Τώρα εδώ ακούω για πλατιά μαζική αυτοάμυνα. Δεν ξέρω. Έπρεπε να βρω ορισμένα παιδιά, ανεξάρτητα αν ήταν ΕΠΟΝίτες, που να είχαν γνωριστεί μέσα στην πάλη της αντιμετώπισης των τραμπούκων. Εγώ ανέλαβα να βρω τα παιδιά.

Τον Ελευθεριάδη τον γνώριζα από τη Βέροια. Βρήκα κι άλλα παιδιά. Τους εξήγησα ότι θα χρησιμοποιήσουμε τα μέσα που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοί μας και μας χτυπούν. Γιατί; Γιατί σχηματίστηκαν επιτροπές ασφαλείας που στέλνουν εξορία. Γιατί δημιουργήθηκαν τα στρατοδικεία που σκοτώνουν αράδα, που ξαμολήθηκαν και σκοτώνουν το λαό μέσ’ στο δρόμο. Γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να τους αντιμετωπίσουμε. Παραδείγματα σας έφερα πολλά και αραδιάζω και τώρα την παραβίαση του οικογενειακού ασύλου. Εδώ μας κατηγορούν ότι υπονομεύουμε την τάξη και την ησυχία του λαού, ενώ αυτοί ήταν υπαίτιοι γι’ αυτό. Έχουμε πολλά παραδείγματα: της Τούμπας, της Καμάρας, των τυπογράφων, το φόνο του Ζεύγου».

Πρόεδρος: «Εσείς τον σκοτώσατε».

Κατηγορούμενος: «Το Γ.Σ. Στρατού, η ΕΣΑ και ο Ζέρβας».

Πρόεδρος: «Όπως και τους αεροπόρους».

Κατηγορούμενος: «Τώρα θα απολογηθώ και για το φόνο του Ζεύγου;

Όταν βρήκα τους ανθρώπους, τους εξήγησα και συζητήσαμε με τον Αλέκο πως θα αρχίσουμε και από που. Τον οπλισμό τον είχαμε. Ήταν μερικά πιστόλια και αυτόματα που τα είχαμε κρυμμένα. Προσωπικά, εγώ είχα τη γνώμη, ότι τα παιδιά θα έπρεπε να συνηθίζουν στην ιδέα ότι θα πιάσουμε αυτούς τους τραμπούκους, που έρχονται να παραφυλάξουν και ότι θα τους χτυπήσουμε στην ίδια συνοικία που έρχονται να μας χτυπήσουν αυτοί. Αλλά η υπόθεση πέρασε από τους τραμπούκους, έφτασε στα Στρατοδικεία και τις επιτροπές ασφαλείας. Γι’ αυτό τους είπα, ότι θα πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε χτυπώντας μόνο ορισμένους απ’ αυτούς, για να βάλουμε φρένο στη δολοφονική τρομοκρατία.

Σχετικά με τον Κωφίτσα τώρα. Εδώ κατηγορήθηκα ότι είχα προσωπικά μαζί του. Εγώ έχω τη γνώμη ότι ο Κωφίτσας είναι αυτός που, επί Μεταξά, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Πήρε ένα σωρό ανθρώπους στο λαιμό του. Οργάνωσε συλλήψεις ηγετικών στελεχών της Μακεδονίας και της Θράκης. Είναι εισηγητής στο Στρατοδικείο και είναι άνθρωπος ο οποίος είχε λόγο στα μέτρα βίας που πάρθηκαν ενάντια στο λαό. Γι’ αυτό, πρότεινα να χτυπηθεί. Εγώ έδωσα εντολή στα παιδιά να τον χτυπήσουν.

Άλλος στόχος που εγώ προσωπικά είχα ήταν ο Βαρδουλάκης. Ο Βαρδουλάκης έκανε αυτή την εκστρατεία εναντίον του λαού του Βερμίου. Για να χτυπήσει έναν Μπαρούτα, ξεσπίτωσε και ρήμαξε τους κατοίκους. Έκανε τόσα και τόσα. Γι’ αυτό, πίστευα ότι έπρεπε να ανακουφιστεί ο λαός του Βερμίου απ’ αυτόν. Αντί γι’ αυτόν, χτυπήθηκαν τα παιδιά από την περίπολο. Εδώ, εκτός από το Βαρδουλάκη είχαμε και τον Ταμβακά, σαν σφαγιαστή των καλύτερων παιδιών μας. Αυτός έστελνε από το στρατοδικείο στο εκτελεστικό απόσπασμα τους καλύτερους αγωνιστές.

Εγώ αυτούς είχα ως στόχο στον τομέα που είχα υπ’ ευθύνη μου. Δεν είχα, όπως παρουσιάζεται εδώ, όλη την πόλη. Είχα μερικά παιδιά και αυτούς τους στόχους. Αυτά τα παιδιά εκτέθηκαν. Πιάστηκαν αυτά, πιάστηκα κι εγώ».

Πρόεδρος: «Πιάστηκες και παλιότερα;»

Κατηγορούμενος: «Ναι πιάστηκα.

Από εδώ αφήνω το Διογένη και τον Αλέκο. Από το δικαστήριο δεν ξέρω άλλα παιδιά. Πήγα στη Θεσσαλονίκη για να βρω ανθρώπους που γνώριζα και να οργανώσω μια-δυο ομάδες. Ή ακόμα να δουλέψω χωρίς ομάδες, προσωπικά. Εκεί έμεινα αρκετό καιρό χωρίς δουλειά. Κατά τον Απρίλιο βρήκα ορισμένα παιδιά και μ’ αυτά πήγα να κάνω δουλειά. Χωρίς όμως να έχω αποτελέσματα.

Τα παιδιά που βρήκα ήταν πολλά. Άλλα δέχτηκαν, άλλα δε δέχτηκαν. Για να τους ενθαρρύνω, πήγα στην Τούμπα. Φυσικά δεν είχα σκοπό να χτυπήσω τον Μπόνο και το καφενείο του, αλλά τους μαυροσκούφιδες που τρομοκρατούσαν την Τούμπα και κάτι Βενίτες που αλώνιζαν. Δεν τους βρήκα εκεί και πήγα στο καφενείο όπου κάθονταν οι οργανωτές αυτής της δουλειάς.

Αυτή τη δουλειά εγώ την έκανα όχι με προσωπικό μίσος και με εγκληματικά αισθήματα, αλλά γιατί αυτοί ήταν που βασάνιζαν το λαό. Και εξ’ αγάπης προς το λαό…».

Πρόεδρος: «Λευτεριά του λαού…» (ειρωνικά).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s